lobbyist
Pronunciation
/ˈɫɑbiəst/

Ορισμός και σημασία του "lobbyist"στα αγγλικά

01

λομπίστας, πράκτορας επιρροής

someone who attempts to persuade politicians to agree or disagree with a law being made or changed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lobbyists

Λεξικό Δέντρο

lobbyist
lobby
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store