Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Loam
01
αργιλώδες έδαφος, γόνιμο έδαφος
a fertile soil composed of a balanced mixture of sand, silt, and clay, ideal for plant growth
Παραδείγματα
The florist filled the vase with loam soil before arranging the flowers, ensuring they would remain fresh and vibrant for as long as possible.
Ο ανθοπώλης γέμισε το βάζο με αργιλώδες χώμα πριν τακτοποιήσει τα λουλούδια, διασφαλίζοντας ότι θα παραμείνουν φρέσκα και ζωντανά για όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο.
Λεξικό Δέντρο
loamless
loamy
loam



























