loam
loam
ləʊm
lewm
tomeroamnomeRome

Ορισμός και σημασία του "loam"στα αγγλικά

01

αργιλώδες έδαφος, γόνιμο έδαφος

a fertile soil composed of a balanced mixture of sand, silt, and clay, ideal for plant growth 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
loams
Παραδείγματα
The gardener chose loam as the preferred soil type for planting vegetables in the garden due to its fertility and drainage properties. 

Ο κηπουρός επέλεξε τον αργιλώδη χώμα ως τον προτιμώμενο τύπο εδάφους για τη φύτεξη λαχανικών στον κήπο λόγω της γονιμότητας και των ιδιοτήτων αποστράγγισής του.

Λεξικό Δέντρο

loamless
loamy
loam
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store