loaf
loaf
ləʊf
lewf
oafrechauffe

Ορισμός και σημασία του "loaf"στα αγγλικά

01

φραντζόλα, ψωμί

bread that has a particular shape and is baked in one piece, usually sliced before being served 
loaf definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
loaves
Παραδείγματα
The loaf was sliced into even pieces for breakfast. 

Το ψωμί κόπηκε σε ίσα κομμάτια για το πρωινό.

02

φρατζόλα, καλούπι

a type of dish for which meat or vegetables are cut into small pieces to be pressed together and then baked 
loaf definition and meaning
to loaf
01

τεμπελιάζω, χαλαρώνω

be lazy or idle 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
loaf
γ΄ ενικό πρόσωπο
loafs
ενεστώτα μετοχή
loafing
απλός αόριστος
loafed
παθητική μετοχή
loafed
02

τεμπελιάζω, περιφέρομαι άσκοπα

be about 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store