to load up
load
ləʊd
lewd
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "load up"στα αγγλικά

to load up
01

φορτώνω, γεμίζω

to fill or place a significant amount of weight or quantity onto something 
Transitive: to load up a container
to load up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
load
ενεστώτας
load up
γ΄ ενικό πρόσωπο
loads up
ενεστώτα μετοχή
loading up
απλός αόριστος
loaded up
παθητική μετοχή
loaded up
Παραδείγματα
The truck was loaded up with furniture for the move. 

Το φορτηγό φορτώθηκε με έπιπλα για τη μετακόμιση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store