Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
lively
01
ζωηρός, ενεργητικός
(of a person) very energetic and outgoing
Παραδείγματα
She is always lively, bringing energy and excitement to any gathering.
Είναι πάντα ζωηρή, φέρνοντας ενέργεια και ενθουσιασμό σε κάθε συνάντηση.
02
ζωηρός, ενεργητικός
(of a place or atmosphere) full of excitement and energy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
liveliest
συγκριτικός βαθμός
livelier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She loved the lively atmosphere at the outdoor market.
Αγάπησε την ζωντανή ατμόσφαιρα της υπαίθριας αγοράς.
03
αναπηδών, ελαστικός
able to rebound readily
Παραδείγματα
The lively ball bounced high across the floor.
Η ζωντανή μπάλα αναπήδησε ψηλά στο πάτωμα.
04
ζωηρός, ζωντανός
(of music, movement, etc.) quick, spirited, and exciting
Παραδείγματα
The band played a lively tune.
Η μπάντα έπαιξε ένα ζωντανό μελωδία.
05
ζωντανός, ζωηρός
characterized by frequent events or activity
Παραδείγματα
The newsroom was lively with breaking stories.
Το δωμάτιο ειδήσεων ήταν ζωντανό με επείγουσες ειδήσεις.
06
ζωντανός, ενεργητικός
(of colors) vivid, energetic, and vibrant
Παραδείγματα
The room was decorated in lively shades of yellow and green, creating a cheerful atmosphere.
Το δωμάτιο ήταν διακοσμημένο με ζωηρές αποχρώσεις κίτρινου και πράσινου, δημιουργώντας μια χαρούμενη ατμόσφαιρα.
07
(of food) having a strong, fresh, and stimulating flavor
Παραδείγματα
The salsa had a lively taste that complemented the grilled fish.
Λεξικό Δέντρο
liveliness
lively
live



























