Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to live down
[phrase form: live]
01
εξιλεώνομαι, ξεπερνώ
to move past a negative reputation, embarrassing situation, or mistake by demonstrating better behavior over time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
live
ενεστώτας
live down
γ΄ ενικό πρόσωπο
lives down
ενεστώτα μετοχή
living down
απλός αόριστος
lived down
παθητική μετοχή
lived down
Παραδείγματα
The individual sought to live down their criminal record by pursuing a life of law-abiding citizenship.
Το άτομο επιδίωξε να ξεπεράσει το ποινικό του μητρώο ακολουθώντας μια ζωή νομοταγούς πολίτη.



























