Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Litter
01
σκουπίδια, απορρίμματα
waste such as bottles, papers, etc. that people throw on a sidewalk, park, or other public place
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
litters
Παραδείγματα
Please don’t throw litter on the sidewalk—use the bin.
Παρακαλώ μην πετάτε σκουπίδια στο πεζοδρόμιο—χρησιμοποιήστε τον κάδο.
02
νεογνά, γέννα
a group of newly-born mammals from the same mother
03
στρωματοθήκη, υλικό για κρεβάτι ζώων
material used to provide a bed for animals
04
φορείο, παλάνκι
a human-powered vehicle, typically an enclosed chair or bed, carried on poles by people
Παραδείγματα
The queen traveled in a luxurious litter carried by four strong men.
Η βασίλισσα ταξίδεψε σε μια πολυτελή φορείο που κουβαλούσαν τέσσερις δυνατοί άντρες.
to litter
01
πετώ σκουπίδια, μολύνω
to make a place dirty by leaving trash or waste scattered around
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
litter
γ΄ ενικό πρόσωπο
litters
ενεστώτα μετοχή
littering
απλός αόριστος
littered
παθητική μετοχή
littered
Παραδείγματα
Please don't litter in the park; dispose of your trash properly.
Παρακαλώ μην πετάτε σκουπίδια στο πάρκο· απορρίψτε τα σκουπίδια σας σωστά.
02
σκαρώνω, πετώ αδιάκριτα
to be scattered or left in a messy, untidy manner
Transitive: to litter a space
Παραδείγματα
Empty bottles and wrappers littered the beach after the event.
Άδεια μπουκάλια και περιτυλίγματα σκέπαζαν την παραλία μετά την εκδήλωση.
03
γεννώ, γεννώ μια νεογνά ομάδα
to give birth to a group of young animals
Intransitive
Παραδείγματα
The cat littered in the garage, giving birth to five adorable kittens.
Η γάτα γέννησε στο γκαράζ, γεννώντας πέντε αξιολάτρευτα γατάκια.



























