Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
literate
01
εγγράμματος, μορφωμένος
having the skills to read and write
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most literate
συγκριτικός βαθμός
more literate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ability to become literate is a fundamental human right and essential for participation in society.
Η ικανότητα να γίνει κανείς εγγράμματος είναι ένα θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα και απαραίτητη για τη συμμετοχή στην κοινωνία.
02
μορφωμένος, γνώστης
educated and knowledgeable in one or more fields
Παραδείγματα
The literate journalist's investigative reporting sheds light on important societal issues, sparking public discourse and debate.
Ο μορφωμένος δημοσιογράφος αναφέρει έρευνες που ρίχνουν φως σε σημαντικά κοινωνικά ζητήματα, προκαλώντας δημόσιο διάλογο και συζήτηση.
03
μορφωμένος στη λογοτεχνία, γνώστης της λογοτεχνίας
knowledgeable about literature
Παραδείγματα
A literate discussion of Shakespeare requires careful study.
Μια μορφωμένη συζήτηση για τον Σαίξπηρ απαιτεί προσεκτική μελέτη.
Literate
01
εγγράμματο άτομο, εγγράμματος
someone who has the ability to read and write, usually at a basic level of proficiency
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
literates
Παραδείγματα
Governments invest in education to increase the number of literates.
Οι κυβερνήσεις επενδύουν στην εκπαίδευση για να αυξήσουν τον αριθμό των εγγράμματων.
Λεξικό Δέντρο
illiterate
nonliterate
preliterate
literate
liter



























