literate
li
ˈlɪ
li
te
rate
rɪt
rit
litigateliberate

Ορισμός και σημασία του "literate"στα αγγλικά

01

εγγράμματος, μορφωμένος

having the skills to read and write 
literate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most literate
συγκριτικός βαθμός
more literate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She became literate at a young age and developed a lifelong love for reading. 

Έγινε εγγράμματη σε νεαρή ηλικία και ανέπτυξε μια ισόβια αγάπη για την ανάγνωση.

02

μορφωμένος, γνώστης

educated and knowledgeable in one or more fields 
literate definition and meaning
Παραδείγματα
She is literate in economics, able to analyze and interpret financial data with ease. 

Είναι μορφωμένη στα οικονομικά, ικανή να αναλύει και να ερμηνεύει οικονομικά δεδομένα με ευκολία.

03

μορφωμένος στη λογοτεχνία, γνώστης της λογοτεχνίας

knowledgeable about literature 
Παραδείγματα
She is highly literate in English poetry. 

Είναι πολύ μορφωμένη στην αγγλική ποίηση.

01

εγγράμματο άτομο, εγγράμματος

someone who has the ability to read and write, usually at a basic level of proficiency 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
literates
Παραδείγματα
Only a few literates lived in the remote village. 

Μόνο λίγοι εγγράμματοι ζούσαν στο απομακρυσμένο χωριό.

Λεξικό Δέντρο

illiterate
nonliterate
preliterate
literate
liter
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store