liquidizer
liq
ˈlɪk
lik
ui
wɪ
vi
di
daɪ
dai
zer
zə
zē
liquidiser

Ορισμός και σημασία του "liquidizer"στα αγγλικά

01

μίξερ, επεξεργαστής τροφίμων

an electrically powered mixer with whirling blades that mix or chop or liquefy foods 
liquidizer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
liquidizers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

liquidizer
liquidize
liquid
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store