Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Liquidity
01
ρευστότητα, ρευστότητα
the state in which a substance exhibits a characteristic readiness to flow with little or no tendency to disperse and relatively high incompressibility
02
ρευστότητα
the property of flowing easily
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
03
ρευστότητα
financial assets in the form of money or able to be easily converted into money
Παραδείγματα
The company maintained high liquidity to cover unexpected expenses.
Η εταιρεία διατήρησε υψηλή ρευστότητα για να καλύψει απρόβλεπτα έξοδα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
liquidity
liquid



























