Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Linksman
01
γκόλφερ, παίκτης του γκολφ
someone who plays the game of golf
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
linksmen



























