Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to link up
01
συνδέω, ενώνω
connect, fasten, or put together two or more pieces
02
συνδέω, συσχετίζω
make a logical or causal connection
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
link
ενεστώτας
link up
γ΄ ενικό πρόσωπο
links up
ενεστώτα μετοχή
linking up
απλός αόριστος
linked up
παθητική μετοχή
linked up
03
συνδέομαι, ενώνομαι
be or become joined or united or linked
04
συναντιόμαστε, βλεπόμαστε
to meet or hang out casually, often with drinks, socializing, or partying implied
slang
Παραδείγματα
Did you link up with anyone at the party?
Συνδέθηκες με κάποιον στο πάρτι ;



























