to link up
link
lɪnk
link
up
ʌp
ap
linkup

Ορισμός και σημασία του "link up"στα αγγλικά

to link up
01

συνδέω, ενώνω

connect, fasten, or put together two or more pieces 
to link up definition and meaning
02

συνδέω, συσχετίζω

make a logical or causal connection 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
link
ενεστώτας
link up
γ΄ ενικό πρόσωπο
links up
ενεστώτα μετοχή
linking up
απλός αόριστος
linked up
παθητική μετοχή
linked up
03

συνδέομαι, ενώνομαι

be or become joined or united or linked 
04

συναντιόμαστε, βλεπόμαστε

to meet or hang out casually, often with drinks, socializing, or partying implied 
αργκό
Παραδείγματα
Let's link up after work tonight. 

Ας συναντηθούμε μετά τη δουλειά απόψε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store