Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Linguistics
01
γλωσσολογία, επιστήμη της γλώσσας
the study of the evolution and structure of language in general or of certain languages
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
γλωσσολογία
the humanistic study of language and literature
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
linguistics
linguist
lingu



























