liniment
li
ˈlɪ
li
ni
ni
ment
mənt
mēnt
ligamentlineament

Ορισμός και σημασία του "liniment"στα αγγλικά

01

λινιμέντο, αλοιφή

a pain-relieving liquid or lotion applied to the skin 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
liniments
Παραδείγματα
I applied liniment to my sore muscles after a long workout. 

Έβαλα λινίμεντ στους πονεμένους μυς μου μετά από μια μεγάλη προπόνηση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store