lingo
lin
ˈlɪn
lin
go
gəʊ
gew
bingojingodingogringo

Ορισμός και σημασία του "lingo"στα αγγλικά

01

αργκό, ειδική γλώσσα

language, words, or expressions that are particular to a certain profession, trade, or group 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lingos
Παραδείγματα
As a newcomer to the startup scene, John had a lot to learn when it came to decoding the lingo used by tech entrepreneurs. 

Ως νέος στο σκηνικό των startups, ο John είχε πολλά να μάθει όταν πρόκειται για την αποκωδικοποίηση της ορολογίας που χρησιμοποιούν οι τεχνολογικοί επιχειρηματίες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store