lingua
ling
ˈlɪng
ling
ua

Ορισμός και σημασία του "lingua"στα αγγλικά

01

γλώσσα, όργανο ομιλίας

the anatomical organ in the mouth that is involved in tasting, swallowing, and speech 
lingua definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
linguae
Παραδείγματα
The lingua is responsible for articulation and modulation of speech 

Η γλώσσα είναι υπεύθυνη για την άρθρωση και τη διαμόρφωση της ομιλίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store