lingering
lin
ˈlɪn
lin
ge
ring
rɪng
ring
fingering

Ορισμός και σημασία του "lingering"στα αγγλικά

01

επίμονος, διαρκής

lasting for a long time, often beyond the usual or expected duration 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lingering
συγκριτικός βαθμός
more lingering
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
duration, emotion, perception
Παραδείγματα
She felt a lingering sadness after saying goodbye to her friends. 

Ένιωσε μια διαρκής θλίψη αφού αποχαιρέτησε τους φίλους της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

lingeringly
lingering
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store