artifact
Pronunciation
/ˈɑɹtəˌfækt/
artefact

Ορισμός και σημασία του "artifact"στα αγγλικά

01

τεχνούργημα, ανθρωπογενές αντικείμενο

a man-made object, tool, weapon, etc. that was created in the past and holds historical or cultural significance

relic

bygone

γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
artifacts
Παραδείγματα
This artifact, a beautifully carved statue, was a significant find that helped date the historical site.
Αυτό το τεχνούργημα, ένα όμορφα σκαλισμένο άγαλμα, ήταν ένα σημαντικό εύρημα που βοήθησε στην χρονολόγηση του ιστορικού τόπου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store