artifact
ar
ˈɑ:
aa
ti
ti
fact
fækt
fākt
artefact

Ορισμός και σημασία του "artifact"στα αγγλικά

01

τεχνούργημα, ανθρωπογενές αντικείμενο

a man-made object, tool, weapon, etc. that was created in the past and holds historical or cultural significance 

relic

bygone

γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
artifacts
Παραδείγματα
Artifacts of early tool-making like stone knives and projectile points show the ingenuity and resourcefulness of Paleolithic humans. 

Τα τεχνουργήματα της πρώιμης κατασκευής εργαλείων, όπως πέτρινα μαχαίρια και βλήματα, δείχνουν την εφευρετικότητα και την επινοητικότητα των ανθρώπων του Παλαιολιθικού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store