linchpin
linch
ˈlɪnʧ
linch
pin
pɪn
pin
lincocin

Ορισμός και σημασία του "linchpin"στα αγγλικά

01

πείρος, άξονας

pin inserted through an axletree to hold a wheel on 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
linchpins
02

κεντρικός πυλώνας, κρίσιμο στοιχείο

a crucial element that holds something together or provides stability and support 
Παραδείγματα
The linchpin of the team's defense, the goalkeeper made critical saves to secure victory. 

Ο άξονας της άμυνας της ομάδας, ο τερματοφύλακας έκανε κρίσιμες αποκρούσεις για να εξασφαλίσει τη νίκη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store