limpkin
Pronunciation
/lˈɪmpkɪn/

Ορισμός και σημασία του "limpkin"στα αγγλικά

01

limpkin, καφέ πτηνό με μακρύ λαιμό

a unique bird species with a long neck, brown plumage, and a loud, distinct call
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
limpkins

Λεξικό Δέντρο

limpkin

limp

+

kin

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store