to limn
limn
lɪm
lim
limenliman

Ορισμός και σημασία του "limn"στα αγγλικά

to limn
01

σχεδιάζω, ζωγραφίζω

to represent in a drawing or painting, especially in a detailed or expressive manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
limn
γ΄ ενικό πρόσωπο
limns
ενεστώτα μετοχή
limning
απλός αόριστος
limned
παθητική μετοχή
limned
Παραδείγματα
The artist limned her features with delicate strokes of charcoal. 

Η καλλιτέχνις απεικόνισε τα χαρακτηριστικά της με λεπτές πινελιές κάρβουνου.

02

σχεδιάζω τα περιγράμματα, αποτυπώνω τη μορφή

to outline the contours or form of something 
Παραδείγματα
Moonlight limned the edges of the mountain range. 

Το φως του φεγγαριού περιέγραψε τις άκρες της οροσειράς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store