Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
limitless
01
απεριόριστος, χωρίς όρια
without any limits in extent, capacity, or potential
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most limitless
συγκριτικός βαθμός
more limitless
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
capacity, potential, extent
Παραδείγματα
His imagination was truly limitless, constantly generating new and innovative ideas.
Η φαντασία του ήταν πραγματικά απεριόριστη, παράγοντας συνεχώς νέες και καινοτόμες ιδέες.
02
απεριόριστος, χωρίς όρια
having no limits in range or scope
03
απεριόριστος, άπειρος
seemingly boundless in amount, number, degree, or especially extent
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
limitlessness
limitless
limit



























