Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
limitless
01
απεριόριστος, χωρίς όρια
without any limits in extent, capacity, or potential
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most limitless
συγκριτικός βαθμός
more limitless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The potential for growth in the market seemed limitless, attracting investors from far and wide.
Η δυναμική ανάπτυξης στην αγορά φαινόταν απεριόριστη, προσελκύοντας επενδυτές από παντού.
02
απεριόριστος, χωρίς όρια
having no limits in range or scope
03
απεριόριστος, άπειρος
seemingly boundless in amount, number, degree, or especially extent
Λεξικό Δέντρο
limitlessness
limitless
limit



























