Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Limber
01
limber, αρματωμα
a two-wheeled horse-drawn vehicle used to pull a field gun or caisson
to limber
01
κάνω εύκαμπτο, κάνω ευκίνητο
to make something flexible, nimble, or pliable
02
συνδέω το μπροστινό μέρος, προσαρμόζω το μπροστινό μέρος
attach the limber
limber
01
εύκαμπτος, ευλυγιστος
having a body that is flexible and can move and bend easily
Παραδείγματα
Despite his age, David's limber limbs allowed him to maintain a regular exercise routine, including stretching and flexibility exercises.
Παρά την ηλικία του, τα ευλύγιστα άκρα του Ντέιβιντ του επέτρεψαν να διατηρήσει μια τακτική άσκηση, συμπεριλαμβανομένων τεντώματος και ασκήσεων ευλυγισίας.
02
εύκαμπτος, προσαρμοστικός
(used of e.g. personality traits) readily adaptable
03
εύκαμπτος, καμπτός
(used of artifacts) easily bent



























