limber
lim
ˈlɪm
λιμ
ber
bɜr
μπερρ
/lˈɪmbɐ/

Ορισμός και σημασία του "limber"στα αγγλικά

01

limber, αρματωμα

a two-wheeled horse-drawn vehicle used to pull a field gun or caisson
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
limbers
to limber
01

κάνω εύκαμπτο, κάνω ευκίνητο

to make something flexible, nimble, or pliable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
limber
γ΄ ενικό πρόσωπο
limbers
ενεστώτα μετοχή
limbering
απλός αόριστος
limbered
παθητική μετοχή
limbered
02

συνδέω το μπροστινό μέρος, προσαρμόζω το μπροστινό μέρος

attach the limber
01

εύκαμπτος, ευλυγιστος

having a body that is flexible and can move and bend easily
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
limberest
συγκριτικός βαθμός
limberer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite his age, David's limber limbs allowed him to maintain a regular exercise routine, including stretching and flexibility exercises.
Παρά την ηλικία του, τα ευλύγιστα άκρα του Ντέιβιντ του επέτρεψαν να διατηρήσει μια τακτική άσκηση, συμπεριλαμβανομένων τεντώματος και ασκήσεων ευλυγισίας.
02

εύκαμπτος, προσαρμοστικός

(used of e.g. personality traits) readily adaptable
03

εύκαμπτος, καμπτός

(used of artifacts) easily bent
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store