limber
lim
ˈlɪm
lim
ber
lumberlimperlimner

Ορισμός και σημασία του "limber"στα αγγλικά

01

limber, αρματωμα

a two-wheeled horse-drawn vehicle used to pull a field gun or caisson 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
limbers
to limber
01

κάνω εύκαμπτο, κάνω ευκίνητο

to make something flexible, nimble, or pliable 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
limber
γ΄ ενικό πρόσωπο
limbers
ενεστώτα μετοχή
limbering
απλός αόριστος
limbered
παθητική μετοχή
limbered
02

συνδέω το μπροστινό μέρος, προσαρμόζω το μπροστινό μέρος

attach the limber 
01

εύκαμπτος, ευλυγιστος

having a body that is flexible and can move and bend easily 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
limberest
συγκριτικός βαθμός
limberer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The gymnast's limber body allowed her to perform impressive contortions and flips. 

Το εύκαμπτο σώμα της γυμνάστριας της επέτρεψε να εκτελεί εντυπωσιακές κινήσεις και ανατροπές.

02

εύκαμπτος, προσαρμοστικός

(used of e.g. personality traits) readily adaptable 
03

εύκαμπτος, καμπτός

(used of artifacts) easily bent 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store