Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
light-hearted
/lˈaɪthˈɑːɹɾᵻd/
/lˈaɪthˈɑːtɪd/
lighthearted
light-hearted
01
ανέμελος, χαρούμενος
cheerful and free of concern or anxiety
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most light-hearted
συγκριτικός βαθμός
more light-hearted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The light-hearted melody of the song brought smiles to the faces of everyone in the room.
Η ελαφριά μελωδία του τραγουδιού έφερε χαμόγελα στα πρόσωπα όλων στο δωμάτιο.



























