light-hearted
light
laɪthɑ:tɪd
laithaatid
hearted
lighthearted

Ορισμός και σημασία του "light-hearted"στα αγγλικά

light-hearted
01

ανέμελος, χαρούμενος

cheerful and free of concern or anxiety 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most light-hearted
συγκριτικός βαθμός
more light-hearted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The light-hearted banter among friends created a joyful atmosphere at the gathering. 

Ο ανέμελος πειρασμός μεταξύ φίλων δημιούργησε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα στη συγκέντρωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store