Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
light-hearted
01
ανέμελος, χαρούμενος
cheerful and free of concern or anxiety
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most light-hearted
συγκριτικός βαθμός
more light-hearted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The light-hearted banter among friends created a joyful atmosphere at the gathering.
Ο ανέμελος πειρασμός μεταξύ φίλων δημιούργησε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα στη συγκέντρωση.



























