to lift off
lift
lɪft
lift
off
ɒf
of
liftoff

Ορισμός και σημασία του "lift off"στα αγγλικά

to lift off
01

απογειώνομαι, ανεβαίνω

(of a spacecraft or aircraft) to leave the ground, particularly vertically 
Intransitive
to lift off definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
lift
ενεστώτας
lift off
γ΄ ενικό πρόσωπο
lifts off
ενεστώτα μετοχή
lifting off
απλός αόριστος
lifted off
παθητική μετοχή
lifted off
Παραδείγματα
The rocket lifted off with a thunderous roar, marking the beginning of the historic mission. 

Ο πύραυλος απογειώθηκε με ένα βροντερό βούισμα, σηματοδοτώντας την αρχή της ιστορικής αποστολής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store