Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
licensed
01
αδειοδοτημένος, εξουσιοδοτημένος
officially permitted or authorized by a recognized authority, often through the granting of a license
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company is licensed to manufacture and distribute pharmaceutical products.
Η εταιρεία είναι αδειοδοτημένη να κατασκευάζει και να διανέμει φαρμακευτικά προϊόντα.
Λεξικό Δέντρο
unlicensed
licensed
license



























