Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
licensed
01
αδειοδοτημένος, εξουσιοδοτημένος
officially permitted or authorized by a recognized authority, often through the granting of a license
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Only licensed drivers are permitted to operate motor vehicles on public roads.
Μόνο άδειοι οδηγοί επιτρέπονται να οδηγούν οχήματα σε δημόσιους δρόμους.
Λεξικό Δέντρο
unlicensed
licensed
license



























