licensed
Pronunciation
/ˈɫaɪsənst/
licenced

Ορισμός και σημασία του "licensed"στα αγγλικά

01

αδειοδοτημένος, εξουσιοδοτημένος

officially permitted or authorized by a recognized authority, often through the granting of a license
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company is licensed to manufacture and distribute pharmaceutical products.
Η εταιρεία είναι αδειοδοτημένη να κατασκευάζει και να διανέμει φαρμακευτικά προϊόντα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store