Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Arthritic
01
αρθριτικός
a person afflicted with arthritis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
arthritics
arthritic
01
αρθριτικός
pertaining to a medical condition characterized by inflammation and pain in the joints
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
medicine, health, condition
Παραδείγματα
The arthritic pain in her knees worsened during cold weather.
Ο αρθριτικός πόνος στα γόνατά της επιδεινώθηκε κατά τη διάρκεια του κρύου καιρού.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
arthritic
arthrit



























