Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lettuce
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The salad was made with fresh lettuce, tomatoes, and cucumbers.
Η σαλάτα ήταν φτιαγμένη με φρέσκο μαρούλι, ντομάτες και αγγούρια.
1.1
μαρούλι, σαλάτα
the leaves of the plant lettuce that are used in salads
02
λεφτά, χρήματα
informal slang for money
Informal
Παραδείγματα
She decided to invest her lettuce in the stock market.
Αποφάσισε να επενδύσει τα χρήματά της στο χρηματιστήριο.



























