lettish
le
ˈlɛ
le
ttish
tɪʃ
tish
fetish

Ορισμός και σημασία του "Lettish"στα αγγλικά

01

λετονικά, η λετονική γλώσσα

the official language of Latvia; belongs to the Baltic branch of Indo-European 
Lettish definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store