letter carrier
le
ˈlɛ
le
tter
ca
rrier
əri
ēri

Ορισμός και σημασία του "letter carrier"στα αγγλικά

Letter carrier
01

ταχυδρόμος, διανομέας αλληλογραφίας

a man who delivers the mail 
letter carrier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
letter carriers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store