Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Letdown
01
απογοήτευση, αποκαρδίωση
a feeling of disappointment or sadness due to something not meeting one's expectations or hopes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
letdowns
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
letdown
let
down



























