arterial road
ar
ɑ:
aa
te
ˈtɪə
tie
rial
riəl
riēl
road
rəʊd
rewd

Ορισμός και σημασία του "arterial road"στα αγγλικά

01

αρτηριακός δρόμος, κύριος δρόμος

a major road or highway that carries a large volume of traffic between areas 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
arterial roads
Παραδείγματα
The arterial road was busy with commuters in the morning. 

Ο αρτηριακός δρόμος ήταν γεμάτος από επιβάτες το πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store