lesbian
les
ˈlɛz
lez
bian
biən
biēn

Ορισμός και σημασία του "lesbian"στα αγγλικά

01

λεσβία, ομοφυλόφιλη

a woman who is sexually drawn to other women 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
lesbians
αρσενικό ενικό
gay man
θηλυκό ενικό
lesbian
neutral form
gay person
Παραδείγματα
She came out as a lesbian to her family during college. 

Αποκάλυψε ότι είναι λεσβία στην οικογένειά της κατά τη διάρκεια του κολεγίου.

01

λεσβιακός, λεσβιακή

relating to or involving sexual attraction or relationships between women 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sexuality, relationships, identity
Παραδείγματα
The novel explores a lesbian relationship between the two main characters. 

Το μυθιστόρημα εξερευνά μια λεσβιακή σχέση μεταξύ των δύο κύριων χαρακτήρων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

lesbianism
lesbian
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store