Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lengthen
01
επιμηκύνω, παρατείνω
to increase the length or duration of something
Transitive: to lengthen sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lengthen
γ΄ ενικό πρόσωπο
lengthens
ενεστώτα μετοχή
lengthening
απλός αόριστος
lengthened
παθητική μετοχή
lengthened
Παραδείγματα
They lengthened the runway at the airport for larger planes.
Επέκτειναν τον διάδρομο του αεροδρομίου για μεγαλύτερα αεροπλάνα.
1.1
επιμηκύνω, παρατείνω
to increase in length or duration
Intransitive
Παραδείγματα
During puberty, adolescents often experience a growth spurt, causing their limbs to lengthen rapidly.
Κατά την εφηβεία, οι έφηβοι συχνά βιώνουν μια αύξηση ανάπτυξης, που προκαλεί τα άκρα τους να επιμηκύνονται γρήγορα.
Λεξικό Δέντρο
lengthened
lengthening
lengthen
length



























