Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to legitimatize
01
νομιμοποιώ, κάνω νόμιμο
to make something lawful, acceptable, or valid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
legitimatize
γ΄ ενικό πρόσωπο
legitimatizes
ενεστώτα μετοχή
legitimatizing
απλός αόριστος
legitimatized
παθητική μετοχή
legitimatized
Παραδείγματα
The government sought to legitimize the new law by obtaining approval from the legislature.
Η κυβέρνηση επιδίωξε να νομιμοποιήσει τον νέο νόμο λαμβάνοντας την έγκριση της νομοθετικής εξουσίας.
Λεξικό Δέντρο
legitimatize
legitimate
legitim



























