legitimatize
le
λα
gi
ˈʤɪ
τζι
ti
τι
ma
ˌmæ
μαι
tize
taɪz
ταιζ
/lədʒˈɪtɪmˌataɪz/
legitimatise

Ορισμός και σημασία του "legitimatize"στα αγγλικά

to legitimatize
01

νομιμοποιώ, κάνω νόμιμο

to make something lawful, acceptable, or valid
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
legitimatize
γ΄ ενικό πρόσωπο
legitimatizes
ενεστώτα μετοχή
legitimatizing
απλός αόριστος
legitimatized
παθητική μετοχή
legitimatized
Παραδείγματα
The court ruling helped legitimize the rights of marginalized communities, a decision that was celebrated by many.
Η απόφαση του δικαστηρίου βοήθησε να νομιμοποιηθούν τα δικαιώματα των περιθωριοποιημένων κοινοτήτων, μια απόφαση που γιορτάστηκε από πολλούς.

Λεξικό Δέντρο

legitimatize
legitimate
legitim
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store