to legitimatize
le
li
gi
ˈʤɪ
ji
ti
ti
ma
tize
ˌtaɪz
taiz
legitimize
legitimatise

Ορισμός και σημασία του "legitimatize"στα αγγλικά

to legitimatize
01

νομιμοποιώ, κάνω νόμιμο

to make something lawful, acceptable, or valid 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
legitimatize
γ΄ ενικό πρόσωπο
legitimatizes
ενεστώτα μετοχή
legitimatizing
απλός αόριστος
legitimatized
παθητική μετοχή
legitimatized
Παραδείγματα
The government sought to legitimize the new law by obtaining approval from the legislature. 

Η κυβέρνηση επιδίωξε να νομιμοποιήσει τον νέο νόμο λαμβάνοντας την έγκριση της νομοθετικής εξουσίας.

Λεξικό Δέντρο

legitimatize
legitimate
legitim
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store