legionary
legionary
li:dʒənəri
lidzhēnēri

Ορισμός και σημασία του "legionary"στα αγγλικά

01

λεγεωνάριος, στρατιώτης της λεγεώνας

a soldier who fights in a very large group that is a part of an army called legion 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
legionaries
Παραδείγματα
The legionary stood guard at the camp entrance. 

Ο λεγεωνάριος φύλαγε την είσοδο του στρατοπέδου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store