Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to legalize
01
νομιμοποιώ, επιτρέπω με νόμο
to permit something by law, granting people the right or freedom to do it
Transitive: to legalize a substance or practice
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
legalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
legalizes
ενεστώτα μετοχή
legalizing
απλός αόριστος
legalized
παθητική μετοχή
legalized
Παραδείγματα
The government decided to legalize the use of cannabis for medical purposes, allowing patients to access it legally.
Η κυβέρνηση αποφάσισε να νομιμοποιήσει τη χρήση της κάνναβης για ιατρικούς σκοπούς, επιτρέποντας στους ασθενείς να έχουν νόμιμη πρόσβαση σε αυτήν.
Λεξικό Δέντρο
illegalize
legalize
legal



























