Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Leatherback
01
δερματοχελώνα, leatherback
the largest living sea turtle with a thick leathery shell that migrates in northern hemisphere
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
leatherbacks



























