Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
leaning
01
κλιτός, γερμένος
deviating or being caused to deviate from a vertical position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most leaning
συγκριτικός βαθμός
more leaning
διαβαθμίσιμο
Leaning
01
κλίση, τάση
the act of deviating from a vertical position
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
κλίση, πλαγιά
the property possessed by a line or surface that departs from the vertical
03
κλίση, ροπή
a natural inclination
04
κλίση, ροπή
a tendency to believe in or favor something
Παραδείγματα
The judge 's legal leanings were reflected in her court rulings.
Οι νομικές ροπές του δικαστή αντανακλούνταν στις δικαστικές της αποφάσεις.
Λεξικό Δέντρο
leaning
lean



























