lean against
lean
ˈli:n
λην
a
a
α
gainst
gɛnst
γκενστ
/lˈiːn ɐɡˈɛnst/

Ορισμός και σημασία του "lean against"στα αγγλικά

to lean against
01

ακουμπάω σε, στηρίζομαι σε

rest on for support
to lean against definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
against
βασικό ρήμα
lean
ενεστώτας
lean against
γ΄ ενικό πρόσωπο
leans against
ενεστώτα μετοχή
leaning against
απλός αόριστος
leaned against
παθητική μετοχή
leaned against
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store