leaky
lea
ˈli:
li
ky
ki
ki
leafy

Ορισμός και σημασία του "leaky"στα αγγλικά

01

διαρρέων, με τρύπες

having a hole or crack through which liquid or gas passes 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
leakiest
συγκριτικός βαθμός
leakier
διαβαθμίσιμο
02

φλύαρος, αδιάκριτος

prone to communicate confidential information 
03

διαρρέων, ανίκανος να κρατήσει τα ούρα

used informally; unable to retain urine 

Λεξικό Δέντρο

leakiness
leaky
leak
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store