Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
leaky
01
διαρρέων, με τρύπες
having a hole or crack through which liquid or gas passes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
leakiest
συγκριτικός βαθμός
leakier
διαβαθμίσιμο
02
φλύαρος, αδιάκριτος
prone to communicate confidential information
03
διαρρέων, ανίκανος να κρατήσει τα ούρα
used informally; unable to retain urine
Λεξικό Δέντρο
leakiness
leaky
leak



























