Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Leadership
01
ηγεσία, καθοδήγηση
the act of guiding or directing a group of people towards a shared goal or objective
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She attended a seminar to improve her leadership skills.
Παρευρέθηκε σε ένα σεμινάριο για να βελτιώσει τις δεξιότητες ηγεσίας της.
02
ηγεσία, ηγετικό σώμα
the body of people who lead a group
03
ηγεσία, διοίκηση
the position or role of being a leader, especially in politics or an organization
Παραδείγματα
Leadership positions are highly competitive in politics.
Οι θέσεις ηγεσίας είναι πολύ ανταγωνιστικές στην πολιτική.
04
ηγεσία, διοίκηση
the ability to lead
Λεξικό Δέντρο
leadership
leader
lead



























