leadership
lea
ˈli:
li
der
ship
ʃɪp
ship

Ορισμός και σημασία του "leadership"στα αγγλικά

01

ηγεσία, καθοδήγηση

the act of guiding or directing a group of people towards a shared goal or objective 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her strong leadership helped the team succeed. 

Η ισχυρή της ηγεσία βοήθησε την ομάδα να επιτύχει.

02

ηγεσία, ηγετικό σώμα

the body of people who lead a group 
03

ηγεσία, διοίκηση

the position or role of being a leader, especially in politics or an organization 
Παραδείγματα
She ran for a leadership position in her party. 

Κατέβηκε για μια θέση ηγεσίας στο κόμμα της.

04

ηγεσία, διοίκηση

the ability to lead 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store