layperson
Pronunciation
/ɫeɪˈpɝsɪn/

Ορισμός και σημασία του "layperson"στα αγγλικά

01

λαϊκός, μη επαγγελματίας

someone who is not a clergyman or a professional person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
laypeople
02

απλός πολίτης, μη ειδικός

someone who lacks professional knowledge regarding a specific subject
Παραδείγματα
The software ’s user interface was designed with the layperson in mind.
Το περιβάλλον χρήστη του λογισμικού σχεδιάστηκε με τον μη ειδικό κατά νου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store