Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Layperson
01
λαϊκός, μη επαγγελματίας
someone who is not a clergyman or a professional person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
laypeople
02
απλός πολίτης, μη ειδικός
someone who lacks professional knowledge regarding a specific subject
Παραδείγματα
The software ’s user interface was designed with the layperson in mind.
Το περιβάλλον χρήστη του λογισμικού σχεδιάστηκε με τον μη ειδικό κατά νου.



























