layperson
lay
ˈleɪ
lei
per
pɜ:
son
sən
sēn

Ορισμός και σημασία του "layperson"στα αγγλικά

01

λαϊκός, μη επαγγελματίας

someone who is not a clergyman or a professional person 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
laypeople
02

απλός πολίτης, μη ειδικός

someone who lacks professional knowledge regarding a specific subject 
Παραδείγματα
The medical terms were explained in simple language for the layperson. 

Οι ιατρικοί όροι εξηγήθηκαν σε απλή γλώσσα για τον μη ειδικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store