layout
lay
ˈleɪ
lei
out
aʊt
awt
way-out

Ορισμός και σημασία του "layout"στα αγγλικά

01

διάταξη, σχεδιασμός

the action or process of planning or arranging the parts or design of something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
layouts
Παραδείγματα
The architect supervised the layout of the new housing project. 

Ο αρχιτέκτονας επιτήρησε τη διάταξη του νέου στεγαστικού έργου.

02

διάταξη, διαρρύθμιση

the specific way by which a building, book page, garden, etc. is arranged 
Παραδείγματα
The architect presented several options for the layout of the new office space, each maximizing natural light and efficiency. 

Ο αρχιτέκτονας παρουσίασε πολλές επιλογές για τη διάταξη του νέου χώρου γραφείου, καθεμία από τις οποίες μεγιστοποιεί το φυσικό φως και την αποδοτικότητα.

03

βουτιά, οριζόντια υποκλοπή

(flying disc sport) the act of a player diving horizontally to catch or intercept the disc 
Παραδείγματα
His layout grab saved a crucial possession for the team. 

Το layout του έσωσε μια κρίσιμη κατοχή για την ομάδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

layout

lay

+

out

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store