Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lay off
01
απολύω, μειώνω το προσωπικό
to dismiss employees due to financial difficulties or reduced workload
Transitive: to lay off employees
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
lay
ενεστώτας
lay off
γ΄ ενικό πρόσωπο
lays off
ενεστώτα μετοχή
laying off
απλός αόριστος
laid off
παθητική μετοχή
laid off
Παραδείγματα
The company laid off 10% of its workforce due to financial losses.
Η εταιρεία απέλυσε το 10% του εργατικού της δυναμικού λόγω οικονομικών ζημιών.
02
σταματώ, παύω
to stop doing something
Transitive: to lay off sth | to lay off doing sth
Παραδείγματα
She had to lay off her late-night work schedule to improve her sleep.
Έπρεπε να σταματήσει το πρόγραμμα εργασίας της τα μεσάνυχτα για να βελτιώσει τον ύπνο της.
03
αφήνω ήσυχο, σταματώ να ενοχλώ
to refrain from bothering or harassing someone
Transitive: to lay off sb
Παραδείγματα
The bully laid off the smaller child after he started to cry.
Ο νταής άφησε ήσυχο το μικρότερο παιδί αφού άρχισε να κλαίει.



























