Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lay off
[phrase form: lay]
01
απολύω, μειώνω το προσωπικό
to dismiss employees due to financial difficulties or reduced workload
Transitive: to lay off employees
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
lay
ενεστώτας
lay off
γ΄ ενικό πρόσωπο
lays off
ενεστώτα μετοχή
laying off
απλός αόριστος
laid off
παθητική μετοχή
laid off
Παραδείγματα
The restaurant is laying off 20 waiters and waitresses due to the slow summer season.
Το εστιατόριο απολύει 20 σερβιτόρους και σερβιτόρες λόγω της αργής θερινής περιόδου.
02
σταματώ, παύω
to stop doing something
Transitive: to lay off sth | to lay off doing sth
Παραδείγματα
He promised to lay off teasing his younger brother.
Υποσχέθηκε να σταματήσει να πειράζει τον μικρότερο αδερφό του.
03
αφήνω ήσυχο, σταματώ να ενοχλώ
to refrain from bothering or harassing someone
Transitive: to lay off sb
Παραδείγματα
The boyfriend told his girlfriend to lay off his ex-girlfriend.
Ο φίλος είπε στη φίλη του να αφήσει ήσυχη την πρώην φίλη του.



























