to lay aside
lay
leɪ
lei
a
ə
ē
side
ˈsaɪd
said

Ορισμός και σημασία του "lay aside"στα αγγλικά

to lay aside
01

αποταμιεύω, αφήνω στην άκρη

to save money for the future 
to lay aside definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
aside
βασικό ρήμα
lay
ενεστώτας
lay aside
γ΄ ενικό πρόσωπο
lays aside
ενεστώτα μετοχή
laying aside
απλός αόριστος
laid aside
παθητική μετοχή
laid aside
Παραδείγματα
I lay aside some money each month for my savings account. 

Αποταμιεύω κάποια χρήματα κάθε μήνα για τον λογαριασμό αποταμίευσης μου.

02

αφήνω στην άκρη, αποθηκεύω

to put something away for future use or consideration 
Παραδείγματα
The police laid aside the case until they had more evidence. 

Η αστυνομία απέθεσε την υπόθεση μέχρι να έχει περισσότερες αποδείξεις.

03

αφήνω στην άκρη, αναβάλλω

to stop dealing with something for a while 
Παραδείγματα
The athlete laid aside her fears and competed to the best of her ability. 

Η αθλήτρια άφησε κατά μέρος τους φόβους της και αγωνίστηκε στο μέγιστο των δυνατοτήτων της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store