lawyer
la
ˈlɔ
law
wyer
ɪə
ie
layer

Ορισμός και σημασία του "lawyer"στα αγγλικά

01

δικηγόρος, νομικός

a person who practices or studies law, advises people about the law or represents them in court 
lawyer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lawyers
Παραδείγματα
She hired a lawyer to help her navigate the complex legal issues surrounding her business. 

Προσέλαβε έναν δικηγόρο για να τη βοηθήσει να αντιμετωπίσει τα πολύπλοκα νομικά ζητήματα που αφορούν την επιχείρησή της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store