lawsuit
Pronunciation
/ˈlɑˌsut/

Ορισμός και σημασία του "lawsuit"στα αγγλικά

01

αγωγή, δίκη

a complaint or claim that someone brings to a law court for settlement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lawsuits
Παραδείγματα
The lawsuit dragged on for years, causing financial strain on both parties involved.
Η δίκη κράτησε για χρόνια, προκαλώντας οικονομική πίεση και στις δύο πλευρές που εμπλέκονταν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store